- επεύχομαι
- ἐπεύχομαι και κυπρ. τ. ὐεύχομαι (AM)εύχομαι, δέομαι για κάτιμσν.προσκυνώ («ἵστανται ἐπευχόμενοι τοὺς δεσπότας»)αρχ.1. ικετεύω (α. «καὶ ἐπεύχετο πᾱσι θεοῑσιν νοστῆσαι», Ομ. Οδ.β. «δύστηνος αἰσὶ κατθανεῑν ἐπηυχόμην», Σοφ.)2. εύχομαι να συμβεί κάτι («μηδὲν θανάτου μοῑραν ἐπεύχου τοῑσδε βαρυνθείς», Αισχύλ.)3. κάνω τάμα («ὧδ' ἐπεύχομαι θύσειν τροπαῑα», Αισχύλ.)4. καταριέμαι5. υπερηφανεύομαι, καυχιέμαι («Ἄργος πατρίδ' ἐμὴν ἐπεύχομαι» — καυχιέμαι ότι πατρίδα μου είναι το Άργος, Ευρ.).
Dictionary of Greek. 2013.